Βασίλης Παπιομύτογλου: Οι δύο όψεις της ίδιας παγίδας

Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες ανθρώπων που σχολιάζουν την πολιτική. Είναι εκείνοι που τα βλέπουν όλα μαύρα. Ό,τι και να γίνει, θα βρουν κάτι για να καταγγείλουν. Κάθε απόφαση είναι αποτυχία, κάθε μέτρο είναι καταστροφή και πίσω από κάθε εξέλιξη υπάρχει πάντα κάτι μεμπτό. Υπάρχουν και εκείνοι που τα βλέπουν όλα άσπρα. Ό,τι και να κάνει η πλευρά που υποστηρίζουν είναι σωστό, κάθε επιτυχία αποδεικνύει ότι «όλα πάνε καλά» και κάθε κριτική αντιμετωπίζεται περίπου ως επίθεση. Και υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία: εκείνοι που προσπαθούν να δουν τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Να αναγνωρίσουν το σωστό όταν το βλέπουν, να ασκήσουν κριτική όταν υπάρχει λόγος και, κυρίως, να μην αισθάνονται υποχρεωμένοι να αποθεώσουν ή να καταραστούν κανέναν.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι ποια από τις δύο πρώτες στάσεις κάνει μεγαλύτερη ζημιά στον δημόσιο διάλογο. Η δική μου απάντηση είναι ότι, παρά το διαφορετικό τους πρόσημο, μπορούν να προκαλέσουν παρόμοια ζημιά. Ο λόγος είναι ότι και οι δύο ξεκινούν από την ίδια λανθασμένη αφετηρία: δεν εξετάζουν πρώτα την πραγματικότητα για να καταλήξουν σε άποψη. Έχουν ήδη καταλήξει στην άποψη και στη συνέχεια αναζητούν την πραγματικότητα που θα την επιβεβαιώσει. Ο ένας βλέπει παντού αποτυχία. Ο άλλος βλέπει παντού επιτυχία. Ο ένας δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι κάτι έγινε σωστά από την πολιτική πλευρά που δεν υποστηρίζει. Ο άλλος δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι κάτι έγινε λάθος από την πλευρά που υποστηρίζει.

Και κάπου εκεί η πολιτική συζήτηση παύει να είναι συζήτηση. Γίνεται οπαδική αντιπαράθεση. Αυτό δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό πρόβλημα. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η πόλωση, η παραπληροφόρηση και ο πολωτικός λόγος μπορούν να επιβαρύνουν το πληροφοριακό περιβάλλον, να δυσκολέψουν τη δημιουργία μιας κοινής αντίληψης για τα γεγονότα και να κάνουν δυσκολότερη την επίτευξη κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης. Παράλληλα, τονίζει τη σημασία της πρόσβασης των πολιτών σε ακριβή, τεκμηριωμένη και πλουραλιστική πληροφόρηση.

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα. Αν μια κυβέρνηση πάρει δέκα αποφάσεις και οι τρεις είναι καλές, οι τέσσερις μέτριες και οι τρεις κακές, ο πολίτης που έχει αποφασίσει ότι «όλα είναι χάλια» θα σταθεί κυρίως στις τρεις κακές. Εκείνος που έχει αποφασίσει ότι «όλα είναι τέλεια» θα σταθεί στις τρεις καλές. Και οι δύο, όμως, θα έχουν αφήσει έξω ένα μεγάλο κομμάτι της πραγματικότητας. Ο πρώτος θα έχει παρουσιάσει μια κυβέρνηση χειρότερη από αυτή που πραγματικά είναι. Ο δεύτερος θα έχει παρουσιάσει μια κυβέρνηση καλύτερη από αυτή που πραγματικά είναι. Και στις δύο περιπτώσεις, ο πολίτης δεν ενημερώνεται. Επιβεβαιώνεται.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα. Ο δημόσιος διάλογος δεν χρειάζεται ανθρώπους που συμφωνούν μεταξύ τους. Χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να διαφωνούν χωρίς να παραμορφώνουν τα γεγονότα για να δικαιώσουν τη θέση τους. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με την προϋπόθεση ότι όλοι θα έχουμε την ίδια άποψη. Λειτουργεί με την προϋπόθεση ότι μπορούμε να ξεκινάμε από μια όσο γίνεται κοινή αντίληψη για το τι πραγματικά συνέβη και στη συνέχεια να διαφωνούμε για το τι πρέπει να γίνει. Αν όμως ο ένας αρνείται κάθε θετικό και ο άλλος κάθε αρνητικό, τότε ούτε καν το πρώτο βήμα δεν μπορούμε να κάνουμε.

Και υπάρχει ακόμη ένα πρόβλημα. Η απόλυτη καταστροφολογία μπορεί να οδηγήσει στην απαξίωση των πάντων. Αν κάποιος ακούει συνεχώς ότι «τίποτα δεν λειτουργεί», κάποια στιγμή είναι πιθανό να πάψει να πιστεύει ότι αξίζει να ασχοληθεί. Από την άλλη, η άκριτη αποθέωση μπορεί να οδηγήσει στην ανοχή των λαθών. Όταν κάποιος θεωρεί ότι «ό,τι κάνει η δική μας πλευρά είναι σωστό», τότε η κριτική αντιμετωπίζεται ως εχθρική πράξη και όχι ως χρήσιμο εργαλείο διόρθωσης. Και οι δύο στάσεις, με διαφορετικό τρόπο, περιορίζουν την ουσιαστική κριτική και τελικά υπονομεύουν την ίδια τη δυνατότητα του πολίτη να αξιολογήσει ψύχραιμα την πολιτική πραγματικότητα.

Τα στοιχεία δείχνουν πόσο σημαντικό είναι αυτό. Σύμφωνα με την έρευνα του ΟΟΣΑ για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, μόλις το 32% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα δήλωσε το 2023 υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην κεντρική κυβέρνηση, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τα μέσα ενημέρωσης και τα πολιτικά κόμματα ήταν ακόμη χαμηλότερα, 22% και 17% αντίστοιχα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανάγκη για σοβαρό, τεκμηριωμένο και πολυφωνικό δημόσιο διάλογο γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Όχι για να συμφωνήσουμε όλοι, αλλά για να μπορούμε τουλάχιστον να συζητάμε πάνω στα ίδια γεγονότα.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε κριτική είναι πόλωση ούτε ότι κάθε θετική άποψη είναι προπαγάνδα. Η υγιής πολιτική κριτική μπορεί να είναι αυστηρή. Μπορεί να είναι ακόμη και πολύ αυστηρή. Αλλά πρέπει να μπορεί να πει «αυτό ήταν σωστό» ακόμη κι όταν αφορά την πολιτική πλευρά που δεν υποστηρίζει. Και η πολιτική υποστήριξη μπορεί να είναι απόλυτα θεμιτή. Αλλά πρέπει να μπορεί να πει «εδώ έγινε λάθος» ακόμη κι όταν αφορά την πλευρά που στηρίζει.

Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά ανάμεσα στον πολίτη που έχει πολιτική άποψη και στον οπαδό που έχει πολιτική ομάδα. Ο πολίτης μπορεί να αλλάξει γνώμη όταν αλλάξουν τα δεδομένα. Ο οπαδός πρέπει να αλλάξει τα δεδομένα για να μη χρειαστεί να αλλάξει γνώμη. Και αυτό είναι που κάνει τις δύο πρώτες κατηγορίες, όσο διαφορετικές κι αν εμφανίζονται μεταξύ τους, να μοιάζουν περισσότερο απ' όσο ίσως θα ήθελαν να παραδεχτούν.

Και ίσως αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα του δημόσιου διαλόγου σήμερα. Δεν χρειαζόμαστε περισσότερους ανθρώπους που θα μας λένε ότι η χώρα είναι παράδεισος. Ούτε περισσότερους ανθρώπους που θα μας λένε ότι είναι κόλαση. Χρειαζόμαστε περισσότερους ανθρώπους που θα έχουν το θάρρος να πουν: «Εδώ έγινε σωστά. Εδώ έγινε λάθος. Εδώ δεν ξέρω ακόμη. Και εδώ θέλω περισσότερα στοιχεία πριν αποφασίσω.»

Αυτό δεν είναι έλλειψη πολιτικής άποψης. Είναι, ίσως, η πιο σοβαρή πολιτική άποψη από όλες.