Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Ακροδεξιά και Ριζοσπαστική Δεξιά: Τι θα συνέβαινε αν τα «μικρά» κόμματα εβρισκαν κοινή γλώσσα;

Η άνοδος των κομμάτων της
εθνικιστικής, δεξιάς/ακροδεξιάς και ριζοσπαστικής κατεύθυνσης αποτελεί πλέον ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του σύγχρονου ελληνικού πολιτικού σκηνικού. Αυτό που ξεκίνησε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης ως μια ακραία και εν πολλοίς περιθωριακή αντίδραση, έχει μετεξελιχθεί σήμερα σε μια πολυδιασπασμένη αλλά εξαιρετικά υπολογίσιμη πολιτική δύναμη, η οποία βρίσκει σταθερή έκφραση τόσο στην ελληνική Βουλή όσο και στο Ευρωκοινοβούλιο.

Κόμματα όπως η Ελληνική Λύση, η Νίκη, η Φωνή Λογικής και οι Σπαρτιάτες καταφέρνουν, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή ρητορική —από τον θρησκευτικό συντηρητισμό και τον αντισυστημικό λαϊκισμό μέχρι την ατζέντα κατά της μετανάστευσης και της «woke» κουλτούρας— να ελκύουν ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος. Η δυναμική αυτή τροφοδοτείται από τη γενικότερη κόπωση των πολιτών, το αίσθημα ανασφάλειας και την απογοήτευση από τη διακυβέρνηση των παραδοσιακών δυνάμεων.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο σε αυτή την εξίσωση, ωστόσο, είναι η γεωμετρική δυναμική που θα αποκτούσε αυτός ο χώρος αν γεφυρώνονταν οι εσωτερικές του διαφορές. Σήμερα, τα κόμματα αυτά λειτουργούν ανταγωνιστικά, συχνά σε κατάσταση ανοιχτής σύγκρουσης για τα πρωτεία της «δεξιάς πολυκατοικίας». Αν όμως αυτοί οι πολιτικοί σχηματισμοί κατάφερναν να παραμερίσουν τις προσωπικές στρατηγικές των ηγετών τους και να βρουν κοινό σημείο ταύτισης, η συσπείρωσή τους θα δημιουργούσε έναν ισχυρότατο τρίτο πόλο.

Μια τέτοια υποθετική συμμαχία ή σύμπραξη θα προκαλούσε βαθύ προβληματισμό και ισχυρό κλυδωνισμό στα παραδοσιακά κόμματα της χώρας. Με ένα αθροιστικό ποσοστό που σε πολλές καταγραφές προσεγγίζει ή και ξεπερνά το 15% με 20%, ένας ενιαίος δεξιός/ριζοσπαστικός φορέας δεν θα ήταν απλώς ένας ρυθμιστής των εξελίξεων, αλλά ένας άμεσος διεκδικητής της εξουσίας ή της θέσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ένας τέτοιος συνασπισμός θα ανάγκαζε τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας να επαναπροσδιορίσουν πλήρως τη στρατηγική τους, καθώς θα έχαναν το πλεονέκτημα να κυβερνούν ή να κυριαρχούν εκμεταλλευόμενα τον κατακερματισμό της ψήφου. Το πολιτικό σύστημα θα βρισκόταν αντιμέτωπο με μια νέα πραγματικότητα, όπου η ατζέντα της σκληρής δεξιάς δεν θα ήταν πλέον μια περιφερειακή πίεση, αλλά ένας κεντρικός πυλώνας που θα μπορούσε να καθορίσει το μέλλον και την κατεύθυνση της χώρας.